Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012


ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Η Θεσσαλονίκη στις παραμονές του 1912
-------------------------------------
INTERDISCIPLINARY SYMPOSIUM ON THE PERIOD 1872-1912
Thessaloniki on the Eve of 1912


Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης
Μέγαρο Μπίλλη
Πλατεία Ιπποδρομίου
Θεσσαλονίκη, 21-23 Σεπτεμβρίου 2012
---------------------------------------------
Thessaloniki History Centre
Billi Building
Hippodrome Square
Thessaloniki, September 21-23, 2012
 

 
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012
19.00  Έναρξη
Χαιρετισμός του Δημάρχου Θεσσαλονίκης.
Χαιρετισμός του Προέδρου της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης.
Χαιρετισμός της Επιτροπής Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης.

Πρώτη Συνεδρία
19.30    Στράτος Δορδανάς, «Η ‘‘οθωμανική’’ Θεσσαλονίκη στο επίκεντρο της γερμανο-αυστριακής βαλκανικής πολιτικής: Απόψεις για το μέλλον της πόλης».
19.50    Γιάννης Καρατζόγλου, «Η Θεσσαλονίκη μέσα από το διεθνή τύπο, 1872-1912».
20.10 Συζήτηση.
20.30 Λήξη Πρώτης Συνεδρίας.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012
Δεύτερη Συνεδρία
10.30    Dilek Akyalcin-Kaya, «Salonica and the family of Ahmed Hamdi in the nineteenth century».
10.50    Αγγελική Κότσιαρη, «Γειτονιές της Θεσσαλονίκης στο μεταίχμιο των πολιτισμών και των κοινωνικών αντιθέσεων».
11.10    Αλέξανδρος Γρηγορίου, «Φαρμακοποιοί και φαρμακεία της Θεσσαλονίκης την περίοδο 1872-1912».
11.30    Συζήτηση.
11.50    Λήξη Δεύτερης Συνεδρίας – Διάλειμμα.

Τρίτη Συνεδρία
12.10    Στυλιάνα Γκαλινίκη & Εσθήρ Σολομών, «“Voglio per lui la pace eterna”: Διεκδικώντας την ελληνική αρχαιότητα στην ύστερη οθωμανική Θεσσαλονίκη (1872-1912)».
12.30    Δημήτριος Ζυγομαλάς, «Η ερευνητική δραστηριότητα γύρω από τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα: Η μετάβαση από την περιηγητική στην επιστημονική τεκμηρίωση».
12.50     Ευάγγελος Χεκίμογλου, «Οι καμένες συναγωγές της Θεσσαλονίκης. Κτηματογραφικός εντοπισμός των γεωγραφικών θέσεών τους».
13.10    Συζήτηση.
13.30    Λήξη Τρίτης Συνεδρίας.

Τέταρτη Συνεδρία
18.00    Δημήτρης Χαριτάτος,  «Χαρτογράφηση των «ελασσόνων» αισθήσεων στη Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα».
18.20    Σοφία Δ. Δημουλά, Ιωάννης Δ. Δούκας & Παρασκευάς Δ. Σαββαΐδης, «Χωροχρονική προσέγγιση των εβραίων επαγγελματιών της Θεσσαλονίκης για το διάστημα 1908-1915, με τη χρήση γεωπληροφοριακού συστήματος».
18.40    Σοφία Δ. Δημουλά, Ιωάννης Δ. Δούκας & Παρασκευάς Δ. Σαββαΐδης, «Χωροχρονική μελέτη των χώρων ενδιαίτησης και ψυχαγωγίας στη Θεσσαλονίκη κατά τα έτη 1908-1915 με τη χρήση γεωπληροφοριακού συστήματος».
19.00    Συζήτηση.
19.20    Λήξη Τέταρτης Συνεδρίας – Διάλειμμα.

Πέμπτη Συνεδρία
19.40    Νικόλαος Σιώκης, «Η πόλη της Θεσσαλονίκης στα 1910 μέσα από τις σελίδες ενός γαλλικού καταλόγου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».
20.00    Αρετή Κονδυλίδου, «Le bluff macedonien”.
20.20    Αθηνά Δάρα, Κώστας Τζιάρας, Μαρία Φράγκου &  & Γιώργος Χρανιώτης, «Το φαινόμενο της αυτοκτονίας στη Θεσσαλονίκη (1872-1912)».
20.40    Συζήτηση.
21.00    Λήξη Πέμπτης Συνεδρίας.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012
Έκτη Συνεδρία
10.30  Ανδρέας Μπουρούτης, «Η συνύπαρξη των διαφορετικών κοινοτήτων στα μαθητικά έδρανα: Η περίπτωση της γερμανικής σχολής Θεσσαλονίκης».
 11. 00 Μαρία Κοτζάμπαση, «Εκπαίδευση και ελληνοβουλγαρική αντιπαράθεση στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 19ου αιώνα».
11.20    Σταυρούλα Μαυρογένη, «Τα σερβικά σχολεία στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 19ου αρχές του 20ού αιώνα».
11.40    Σιδηρούλα Ζιώγου & Βασίλης Φούκας, «Το σώμα των Ελλήνων εκπαιδευτικών της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1912: Άτομα και συλλογικότητες».
12.00    Συζήτηση .
12.20     Λήξη Έκτης Συνεδρίας – Διάλειμμα.

Έβδομη Συνεδρία
12.40    Ευθυμία Τσαρούχα, «Η εβραϊκή κοινότητα Θεσσαλονίκης (1872-1912) και οι εφημερίδες του 20ού αιώνα: Μία γλωσσολογική προσέγγιση βασισμένη σε δύο γνωσιακές διεργασίες».
13.00    Gila Hadar, «The Socialist Federation and Linguistic Realities in Thessaloniki: In Search of a Linguistic and Cultural Capital».
13.20    Συζήτηση.
13.40    Λήξη της Έβδομης συνεδρίας.

Όγδοη Συνεδρία
18.00    Αγγελική Γεωργίου & Δόμνα Ιορδανίδου, «Λεωφόρος των Πύργων (Yalilar caddesi)».
18.30    Αλέκα Καραδήμου Γερόλυμπου, «Η ανάδυση της εκτός των τειχών Θεσσαλονίκης (1870-1912): Σχεδιασμοί, οικιστικά μοντέλα, κοινοτικές και ιδιωτικές πρωτοβουλίες».
18.50    Βασίλης Κολώνας, «Η πολυπολιτισμική ταυτότητα της αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Νέες τυπολογίες και μορφές σε χώρους δημοσίων δραστηριοτήτων».
19.10    Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη, «Γαλλικές εργοληπτικές εταιρείες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, 1872-1912. Πολεοδομικοί και αρχιτεκτονικοί νεωτερισμοί».
19.30    Συζήτηση .
20.00    Συμπεράσματα και λήξη του συμποσίου.

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ / /ABSTRACTS

1 Στράτος Δορδανάς
«Η ‘οθωμανική’ Θεσσαλονίκη στο επίκεντρο της γερμανο-αυστριακής βαλκανικής πολιτικής: Απόψεις για το μέλλον της πόλης»
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 συγκαταλέγεται αναμφίβολα στις κορυφαίες στιγμές για την εκπλήρωση των εθνικών πόθων και από αυτήν την άποψη αποτελεί τομή στη νεότερη ελληνική ιστορία. Η σημαντικότητα της πόλης και η εδραιωμένη οικονομική θέση της στο μακεδονικό χώρο και τη βαλκανική ενδοχώρα, την κατέστησε μήλο της έριδος και την τοποθέτησε στην πρώτη θέση των διεκδικήσεων στο ανάπτυγμα των βαλκανικών εθνικισμών. Η διαφορά της μιας περίπου ώρας που χώριζε τα βουλγαρικά στρατεύματα από την είσοδο και κατάληψή της τον Οκτώβριο του 1912 επιβεβαιώνει τη δύναμη των συγκυριών και του ανθρώπινου παράγοντα στη διαμόρφωση της ιστορίας αλλά αναπαριστά τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Η άλλη υπέκρυπτε τα ιδιαίτερα συμφέροντα και ενδιαφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων για το βαλκανικό χώρο και την Εγγύς Ανατολή, που επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τους κανόνες στη διπλωματική σκακιέρα, ενισχύοντας ή αποδυναμώνοντας όσους προετοιμάζονταν να διεκδικήσουν δυναμικά τη μακεδονική μητρόπολη.  Η Γερμανία του Κάιζερ δεν ήταν εξαρχής η αυτοκρατορία που συνέκλινε και ευνόησε τους ελληνικούς στόχους κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων αλλά εκείνη η δύναμη που αντιτάχθηκε σθεναρά στην ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα και σταθερά επένδυσε στη διασφάλιση της ακεραιότητας των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την πλευρά της, η Αυστρία τάχθηκε ανεπιφύλακτα στο πλευρό της Βουλγαρίας, διαδραματίζοντας κυρίως από το 1908 αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή, βαλκανική και η ίδια δύναμη. Η παρούσα πρόταση προτίθεται να σκιαγραφήσει τη γερμανο-αυστριακή βαλκανική πολιτική και να καταγράψει τις απόψεις και τις διπλωματικές στάσεις των δυνάμεων αυτών αναφορικά με το μέλλον της Θεσσαλονίκης, όταν είχε καταστεί σχεδόν βέβαια η επικείμενη περαιτέρω εδαφική συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την άποψη αυτή ενδιαφέρει επίσης ο τρόπος με τον οποίο η ξένη διπλωματία αξιολογεί τη θέση και διαβάζει τα εθνικά οράματα των βασικών διεκδικητών της πόλης, τα εντάσσει στους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς σχεδιασμούς της, αποτελώντας και η ίδια αναπόσπαστο μέρος του συνολικού Μακεδονικού Ζητήματος.

 “Ottoman Thessaloniki as a focal point of German-Austrian Balkan policy:   erspectives on the city’s future”
The liberation of Thessaloniki in 1912 marked the achievement of a major national aspiration, and is thus unquestionably one of the highlights in modern Greek history. The city’s importance and its consolidated financial position both in the wider area of Macedonia, as well as the Balkan hinterland, made Thessaloniki the apple of discord in the rise of Balkan nationalism. In October 1912, Bulgarian troops were only one hour away from entering and occupying the city, confirming that the force of circumstances and the human factor both played a hand in shaping history. However, this was but one side of the coin. The vested economic and political interests of the Great Powers in the Balkans and the Middle East comprised the other side of this coin, which had a significant impact on the diplomatic chessboard. The rules that were thus set strengthened or weakened those contesting the Macedonian metropolis.    
In the Balkan wars, the Kaiser’s empire did not side with the Greek cause and actively opposed the union of Crete with Greece. Germany had invested in the integrity of the European territories of the Ottoman Empire. Austria siding fully with Bulgaria, played a decisive role in the region mainly from 1908 onwards, being itself a Balkan Power. The intention of this paper is to present an outline of the German-Austrian Balkan policy, and expound on the perspectives and diplomatic positions these two Powers held in regards to the future of Thessaloniki at the time when further territorial losses of the Ottoman Empire were inevitable. Of interest is how the Powers interpreted the national visions and evaluated the positions of Thessaloniki’s key stakeholders, as well as the way they incorporated this into their long term strategic plans, hence themselves becoming an integral component of the Macedonian Issue.


2 Γιάννης Καρατζόγλου
«Η Θεσσαλονίκη μέσα από τον διεθνή τύπο, 1872-1912»
Η  παρούσα μελέτη, με πηγή τα Αρχεία  των εφημερίδων όπως αυτά παρέχονται μέσω του διαδικτύου από τα Αρχεία του Ημερήσιου Τύπου σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, ρίχνει φώς  στα γεγονότα της περιόδου 1872-1912 στην Θεσσαλονίκη, όπως η αυτή αποτυπώνεται από τους ανταποκριτές του ξένου Τύπου σε μικρά και μεγάλα γεγονότα της εποχής: τη σφαγή των Προξένων (1876), τις μεγάλες πυρκαγιές στην πόλη (1874 και 1890),  τα βιώματα του Ελληνοτουρκικού πολέμου (1897), τα γεγονότα του Μαΐου 1903, τους αντάρτες του Ολύμπου, την επανάσταση του Ίλιντεν του 1903, την εθνοτική διαμάχη για τη Μακεδονία, την επανάσταση των Νεοτούρκων και την εκθρόνιση του Αμπτούλ Χαμίτ με τη συνεπακόλουθη εγκατάσταση του στην πόλη, τους πολέμους του 1912 και την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης τον ίδιο χρόνο όπως επίσης και τη συζήτηση που αρχίζει από τότε σε διεθνές επίπεδο, σχετικά με το μέλλον της πόλης και τις προτάσεις διεθνοποίησης της.
Ανάμεσα από τα ιστορικά γεγονότα παρελαύνουν ξένοι Πρόξενοι, Εβραίοι κάτοικοι της πόλης, Βούλγαροι πράκτορες και τρομοκράτες, Μακεδόνες επαναστάτες, Έλληνες εμπορευόμενοι, Οθωμανοί στρατιωτικοί, Αμερικανοί ιεραπόστολοι, συμμορίες διαφόρων εθνικοτήτων, πολεμικά πλοία που προσεγγίζουν κάθε τόσο το λιμάνι της πόλης προκαλώντας τις Οθωμανικές κυβερνήσεις, αλλά και η επιμιξία εθνοτήτων, θρησκειών και κοινωνικών τάξεων στις αρχές του 20ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη.
Αν και η έρευνα περιορίζεται στον δημοσιευμένο Τύπο και όχι σε γραπτές πρωτογενείς πηγές, η συμβολή της στην ιστοριογραφία εναπόκειται στο ότι  φέρνει στην επιφάνεια όχι μόνον άγνωστα, αλλά και μη επαρκώς φωτισμένα γεγονότα και καταστάσεις της περιόδου αναφοράς, κυρίως όμως καταδεικνύει την οπτική γωνία προσέγγισης των ανταποκριτών/δημοσιογράφων στα τεκταινόμενα και αποδεικνύει ότι η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη σε σημασία μετά την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη για την Αυτοκρατορία, διαδραματίζει στα χρόνια 1872-1912 έναν ιστορικό ρόλο, άξιο πληροφόρησης του κοινού στα πέρατα του κόσμου (Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία).


“Thessalonika, through the eyes of the international press, 1872-1912”
The study of Thessalonica’s description of events « through the eyes of the International Press», is based on articles of international newspapers as they are provided today via the Internet.  Those articles, published in  the daily press in Europe, America and Australia, enlighten  the events of the period 1872-1912 in Thessaloniki, as this period was impressed by the correspondents of the Foreign Press in small and big events of the era: the slaughter of the Consuls  (1876), the major fires in the city (1874-1890), the experience of the Greco-Turkish war (1897), the events of May 1903, the rebels of Olympus  mountain, the revolution of Iliden in 1903, the ethnic conflict about  Macedonia, the revolution of the Young Turks  and the deposition of Sultan Abdoul Hamid from the Throne with the subsequent of his relocation  in the city, the Balkan wars of 1912 and the conquest of Thessaloniki in the same year by the Greek Army , as well as the discussion which started at international level at that time concerning the future of the city and the proposals  of its internationalization.
Among the historical events, are marching foreign Consuls, Jewish residents of the city, Bulgarian agents and terrorists, Macedonian revolutionaries, Greek traders, Ottoman military, American missionaries, gangs of different nationalities, warships visiting every now and then the port of the city provoking the Ottoman Governments, but also the intercourse of the ethnic groups, religions and social classes in the early 20th century in Thessalonica.
Although the research is limited to published articles  in newspapers and not in written primary  sources, its contribution to historiography lies to the fact that it brings to the surface not only unknown, but also poorly lit events and situations  of the period in reference. It shows also the point of views of the correspondents /journalists as regards the incidents of that period of time and proves that the city of Thessaloniki, the second city in importance to Ottoman Empire after the capital Istanbul / Constantinople, plays in the years 1872-1912 an historic role, deserving a reference to international newspaper’s readers around the world (United States, Australia, New Zealand).


3 Dilek Akyalcin-Kaya
«Salonica and the family of Ahmed Hamdi in the nineteenth century»
In this paper, I would like to analyse economic and social transformation that Salonica went through in the second half of the nineteenth century through three generations of a sabbatian Salonican family. Ahmed Hamdi, elected mayor of Salonica twice in the late nineteenth century, has a significant imprint on the urban texture and the rural environment of Salonica. Owner of big farms near the city, the concessions of building up of the tramway system in the city and of drying up the swamps around the Vardar river (that is also around his farms) to open up arable lands reflect his engagement in entrepreneurial activities. These economic activities became possible with the economic and social developments of the second half of the nineteenth century that the Ottoman Empire in general and Salonica in particular, went through. Yet, the degree of people’s engagements in these activities varied from one another, depending on their own ‘histories’. In this paper, I would like to explore Ahmed Hamdi’s own history, streching from his tax-farmer father, Osman (middle of the nineteenth century) to his civil servant son, Osman Adil (the mayor of the city just before the 1908 revolution) to analyse the components of the participation of the members of this family to the economic, social, administrative, and cultural transformation of Salonica. I have two mains questions which are intrinsically related: In what ways and to what degree Ahmed Hamdi became part of these developments and in what ways and to what degree his own life is shaped by them. In order to question these points, I will make use of Ottoman archives in Istanbul and the sijils conserved in the Historical Archives of Macedonia in Thessaloniki.


4 Ευάγγελος Χεκίμογλου
«Οι καμένες συναγωγές της Θεσσαλονίκης. Κτηματογραφικός εντοπισμός των γεωγραφικών θέσεών τους»
Η ανακοίνωση βασίζεται σε ανέκδοτα τοπογραφικά σχέδια του αρχείου του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης και στην κτηματική καταγραφή που πραγματοποιήθηκε το 1918.
Η ανακοίνωση προσδιορίζει τις γεωγραφικές θέσεις των συναγωγών βάσει της κτηματικής απογραφής και των συναφών τοπογραφικών σχεδίων. Ο συντάκτης της προσπάθησε να ταυτίσει τις θέσεις αυτές με σύγχρονα αστικά σημεία, αναγνωρίσιμα από τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης. Για το λόγο αυτό έκανε ευρεία χρήση ενός ζεύγους επάλληλων χαρτών, τους οποίους εκπόνησε η πολιτικός μηχανισμός Ελίσάβετ Γκαλά – Γεωργιλά.
Η χρήση των τεκμηρίων της κτηματικής απογραφής και των τοπογραφικών σχεδίων επιβεβαιώνει ότι πριν από το 1917 περίπου τριάντα συναγωγές ήταν συγκεντρωμένες σε μια μικρή περιοχή του εμπορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης. Ο υψηλότερος βαθμός συγκέντρωσης εμφανίζεται κατά μήκος του γεωμετρικού άξονα της οδού Αριστοτέλους, μιας λεωφόρου που σχεδιάστηκε το 1918. Πιθανώς μερικές από τις συναγωγές αυτές βρίσκονταν στο ίδιο σημείο πολύ πριν από τις αρχές του 20ού αιώνα, απηχώντας την εγκατάσταση των διαφόρων κοινοτήτων, που οργάνωσαν οι Εβραίοι ανάλογα με την καταγωγή, την παράδοση και τη γλώσσα.


The location of the burnt synagogues of Thessaloniki according to topographical plans and deeds
This paper is based on unpublished topographical plans from the archive of the Jewish Museum of Thessaloniki and on the cadastral survey of the burnt area which was performed in 1918.
The paper pinpoints the synagogues’ locations according to the survey and the relevant topographical plans. The author invested an effort in identifying these locations with modern urban spots which can be recognised by the modern residents and visitors of the city. For this purpose, heavy use has been made of a pair of successive maps, compiled by Elizabeth Gala-Gheorghila.
The use of the cadastral survey documents and the topographical plans confirms that before 1917 about thirty synagogues had been concentrated in a small area of the business centre of Thessaloniki. The higher concentration degree appears along the geometrical axis of Aristotle Street, an avenue planned in 1918.  It seems that some of these synagogues had been located at the same place long before the early 20th century, according to the establishment patterns of the separate communities, which were organised by the Jews of different origin, tradition and language.



5 Σοφία Δ. Δημουλά , Ιωάννης Δ. Δούκας , Παρασκευάς Δ. Σαββαΐδης
«Χωροχρονική παρουσίαση των Εβραίων επαγγελματιών της Θεσσαλονίκης για το διάστημα 1908 – 1915, με τη χρήση γεωπληροφοριακού συστήματος»
Η ιστορία της Θεσσαλονίκης από τον Μεσαίωνα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παρουσία των Εβραίων. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης αποτελούν την πολυπληθέστερη κοινότητα της πόλης. Από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξαν η κινητήρια δύναμη της βιομηχανίας και του εμπορίου, με έντονη παρουσία τόσο στις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες όσο και στα «μικρομάγαζα» της αγοράς. 
Στην εργασία που ακολουθεί παρουσιάζεται η εικόνα των Εβραίων επαγγελματιών της Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τα στοιχεία των Επαγγελματικών Οδηγών της πόλης για τα έτη 1908, 1910 και 1915, έτη κατά τα οποία το ποσοστό των Εβραίων επαγγελματιών κυμαίνεται από 30% ως 68% επί του συνόλου των καταγεγραμμένων επαγγελματιών. Για κάθε έτος μελέτης παρουσιάζεται το ποσοστό των Εβραίων επαγγελματιών στο σύνολο των εμπορικών χρήσεων. Στη συνέχεια γίνεται αναλυτική καταγραφή των επαγγελματικών κατηγοριών, οι οποίες ομαδοποιούνται ανάλογα με τη συνάφεια των επαγγελμάτων για να είναι εφικτή η σύγκριση και η μεταβολή τους ανά έτος. Επίσης παρουσιάζονται ανά έτος οι συγκεντρώσεις των Εβραίων επαγγελματιών ανά οδό, οι ποσοτικές κατανομές τους ανά επαγγελματική κατηγορία, όπως και η συγκέντρωσή τους ανά επάγγελμα και οδό.
Η ανίχνευση και προβολή της χωροχρονικής διαδρομής των επαγγελματικών καταγραφών (με βάση τα στοιχεία των Επαγγελματικών Οδηγών) τεκμηριώνεται και αναδεικνύεται με μοναδικό τρόπο μέσω ενός γεωπληροφοριακού συστήματος. Με τη χρήση συναφών συστημάτων επιτυγχάνεται τόσο η καταχώρηση και επεξεργασία ποιοτικών και ποσοτικών πληροφοριών, όσο και η χαρτογραφική απόδοση των δεδομένων και η δημιουργία θεματικών χαρτών για την άμεση σύγκριση της παρελθοντικής και της υφιστάμενης κατάστασης. Τα στατιστικώς επεξεργασμένα αποτελέσματα της εξέλιξης των Εβραίων επαγγελματιών για τα έτη 1908, 1910 και 1915 παρουσιάζονται σε διαγράμματα και χάρτες ανά εμπορική περιοχή και οδό.


Spatiotemporal presentation of the Thessaloniki Jews professionals for the period 1908 – 1915 by using a geoinformation system
The history of Thessaloniki is directly related to the presence of Jews. In the early 20 th century the Jews of Thessaloniki was the largest nationality in the city. From the late 19th century until the First World War, Jews were the main force of industry and trade, with a strong presence both in financial activities and the “small shop” market.
In this paper, the image of the Jews professionals of Thessaloniki is shown according to data of Commercial Guides of the city for the years 1908, 1910 and 1915. During those years the percentage of Jews professionals was ranging from 30% to 68% of total registered professionals. For each year of study, the percentage of Jews professionals in all commercial uses is demonstrated. Subsequently, a detailed recording of work-related categories is done, activities being grouped according to the relevance of professions in order to facilitate comparisons and changes from year to year. Finally, the concentration of Jews professionals per street are presented for each year, along with the quantitative distribution by professional group, and their concentration according occupational activity and street.
The detection and display of the spatiotemporal alteration of professional records (on the basis of Commercial Guides) is documented and becomes more effective through the use of a Geoinformation System. By using similar systems, the registration and processing of qualitative and quantitative information is achieved, together with the mapping of data and the creation of thematic maps for direct comparison of past and current situations.
The statistically processed results of the evolution of Jews professionals for the years 1908, 1910 and 1915 are presented in diagrams and mapped by commercial area and the road network.


6 Αλέξανδρος Χ. Γρηγορίου
«Φαρμακοποιοί και φαρμακεία της Θεσσαλονίκης την περίοδο 1870-1912»
Στις αρχές της τέταρτης εικοσιπενταετίας του 19ου αιώνα, η Θεσσαλονίκη ήταν μία από τις σημαντικότερες σκάλες της Μεσογείου. Τα 3 φαρμακεία και οι 15 διπλωματούχοι φαρμακοποιοί της πόλης αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του πληθυσμού, ιδιαίτερα όταν λοιμώδεις νόσοι αποδεκάτιζαν συστηματικά τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Ταυτόχρονα σημειώνεται η δράση δεκάδων τσαρλατάνων οι οποίοι προσέφεραν με το αζημίωτο τις «υπηρεσίες» τους στον πληθυσμό της πόλης. Παντοπώλες και κουρείς, πλανόδιοι έμποροι αλλά και εμπειρικοί «γιατροί», παρασκεύαζαν και πωλούσαν ανεξέλεγκτα φαρμακευτικά σκευάσματα, κυρίως βότανα, χημικές και ναρκωτικές ουσίες, προκαλώντας σε πολλές των περιπτώσεων ακόμα και τον θάνατο των ασθενών.  Το 1880 η οθωμανική κυβέρνηση επιχείρησε να δώσει τέλος στη δράση των «αχταροφαρμακοποιών» με ειδική νομοθετική ρύθμιση. Στα τέλη του 19ου αιώνα εργάζονταν περί τους 50 φαρμακοποιούς, σε μια πόλη με 140.000 ψυχές. Στην ανακοίνωση σκιαγραφείται η εξέλιξη της φαρμακευτικής επιστήμης στη Θεσσαλονίκη από το 1870 έως την απελευθέρωση της πόλης (1912), η κοινωνική συνεισφορά των φαρμακοποιών και η οργάνωση των φαρμακείων και φαρμακοαποθηκών, που λειτούργησαν την προαναφερθείσα περίοδο. 

 
Chemists & Dispensaries in Thessaloniki 1870-1912
At the beginning of the last quarter of the 19th century, Thessaloniki was considered as being the second largest transactional centre of the whole Ottoman Empire and one of the most important seaports in the Mediterranean Sea. The 3 Chemist's shops which were operating in the town, together with the 15 qualified dispensing staff working in them were insufficient in number to meet the demands of the population at a time when the epidemics (infectious diseases) with eruptive fever were practically destroying the population of the city. Grocers and barbers, peddlers and other "self-defined" medical practitioners freely sold pharmaceutical compositions mainly made by herbal mixtures and other chemicals and drugs which, many times caused the death of those who received them. The main cause of this situation was thought to be the rapid increase of the city's population and the lack of any law about sanitation.
    At the beginning of 1880 the Ottoman Administration decided to put an end to this by bringing in an appropriate act of law. And despite all the problems that this arrangement brought about, the activity of such "bogus" practitioners was greatly reduced and in turn gave the opportunity to people from "Old Greece" and other Balkan states, who had a University Degree in pharmacology, to use their qualifications and knowledge by moving into the town of Thessaloniki. So by the end of the 19th century there were already about 50 such qualified chemists working there. In the "Selanik Vilayeti Salnamesi" (1902/03) the number is raised to 55 which still is a desperately inadequate number for a population which, at that time, was estimated to 140.000 souls. Classified by their religious status, 23 of them, or 41,8% were Jews; 21 or 38,1% were Greeks; 11 or 20,1% included Muslims, Armenians, Bulgarians, Serbs and some Europeans, mainly Italians. At the same time 6 big chemist's shops operated in the town. Two of them were located at the main Gate of Vardar, two others at the area of Eski Tzouma Mosque (Panayia Achiropoietos). Another one was at the Gate of Kalamaria (Sintrivani Fountain) and the last at Vassilissis Olgas Avenue.
This paper gives an outline of the progress of the pharmaceutical science in Thessaloniki between the years 1870 and 1912 and provides information about the social contribution of all chemical and warehouses operating either at privately owned premises, or within public as well as private clinics and hospitals. The paper includes a list of chemists' shops in Thessaloniki and biographical notes the chemists.


7 Στυλιάνα Γκαλινίκη  & Εσθήρ Σολομών 
«"Voglio per lui la pace eterna": Διεκδικώντας την ελληνική αρχαιότητα στην ύστερη οθωμανική Θεσσαλονίκη (1872-1912)»
Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι το 1912, οι αρχαιότητες που ανευρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη αλλά και ευρύτερα  στη Μακεδονία ακολουθούσαν ποικίλες διαδρομές: άλλοτε, με ενέργειες του ελληνικού προξενείου, στέλνονταν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα, άλλοτε έπαιρναν τον δρόμο για το Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, άλλοτε για την Ευρώπη, κι άλλοτε, πιο σπάνια, διατηρούνταν σε κτήρια της πόλης (Σχολή Ιδαδιέ, Κονάκι και αλλού). Ποικίλες και συχνά αντικρουόμενες ταυτότητες και προθέσεις, οι βλέψεις όσων σχετίζονταν με την τύχη των αρχαίων, αλλά και οι απόψεις τους για το παρόν και το παρελθόν εμπλέκονται στον πραγματικό και νοητικό χάρτη που καταγράφει τις δοσοληψίες μεταξύ ενδιαφερομένων, τις δωρεές από ιδιώτες, την αρχαιοκαπηλία και την πορεία των αρχαίων ως συλλεκτικών/μουσειακών αντικειμένων. Πώς διαμορφώνεται η σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την ελληνική αρχαιότητα και τα δημιουργήματά της; Πώς κρίνονται οι κινήσεις των «αρχαιολογούντων» από την τοπική κοινωνία και τους λογίους της; Η εργασία επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά δίνοντας παράλληλα έμφαση στο συμβολικό κεφάλαιο της εντοπιότητας και της σύνδεσης με το παρελθόν που φαίνεται ότι επικαλούνται διάφορες φωνές στην ύστερη οθωμανική Θεσσαλονίκη σχετικά με τη σημασία των νεκροταφείων και των ταφικών μνημείων της πόλης ως τεκμηρίων της ελληνικότητας.

“Voglio per lui la pace eterna”:
Claiming Greek antiquity in Late Ottoman Thessaloniki (1872-1912)
In the last decades of the 19th century and until 1912, the antiquities unearthed in Thessaloniki and generally in Macedonia followed various itineraries: in some cases, they were sent (due to the involvement of the local Greek Consulate) to the National Archaeological Museum of Greece in Athens, in other cases, to European collections or the Imperial Museum in Istanbul, while, less often, they were stored in public buildings of Thessaloniki such as the Idadiye School, the Konak, etc. Various and often conflicting identities, aims and views of the past and the then present of the city comprise an imaginary map that depicts the above itineraries, the illicit trade and the private donations of such antiquities, the transactions between those interested in the fate of the discovered ancient objects and, finally, their transformation into collection items and museum exhibits.
How then did the city of Thessaloniki form its relationship with Classical antiquity and its related material culture? How did local society and its intellectuals see the political role archaeology could play in the city? Our paper attempts to answer the above questions by focusing on the importance that cemeteries and funeral monuments had in Late Ottoman Thessaloniki as symbolic weapons in the making of a “historically justified” public space and the pursuit of the city’s Greek identity.


8 Δημήτριος Ζυγομαλάς
«Η ερευνητική δραστηριότητα γύρω από τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα: Η μετάβαση από την περιηγητική στην επιστημονική τεκμηρίωση»
Τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης τυγχάνουν σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου εκτεταμένης προβολής, κατά πρώτο λόγο μέσα από τις σελίδες της περιηγητικής λογοτεχνίας. Στα μάτια των πολυάριθμων ταξιδευτών που σταθμεύουν στην πόλη μετά την οριστική άλωσή της, το 1430, συνιστούν τα πλέον αξιοπρόσεκτα στοιχεία του δομημένου περιβάλλοντός της. Εντούτοις, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, οι εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο σε ό,τι αφορά στον τρόπο προσέγγισης του παρελθόντος και ειδικότερα η ανάδειξη της επακριβούς και λεπτομερούς γνώσης σε βασικό ζητούμενο, βάζουν σε δεύτερη μοίρα την ανάδειξη μέσα από τα μάτια των περιηγητών, δίνοντας την ίδια στιγμή προτεραιότητα στην ανάληψη ερευνητικών πρωτοβουλιών και στον εμπλουτισμό της βιβλιογραφίας με επιστημονικές δημοσιεύσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, οι βυζαντινές οχυρώσεις και οι ναοί της βορειοελλαδικής πρωτεύουσας γίνονται αντικείμενο μελέτης από σειρά ερευνητών, είτε αυτόνομων, είτε ενταγμένων σε αποστολές, που δημοσιεύουν ακολούθως τα συμπεράσματά τους ή εμπλουτίζουν με αυτά τα αρχεία των φορέων που τους χρηματοδοτούν. Συνεισφέρουν, έτσι, στην πρόοδο της επιστημονικής έρευνας, αλλά ενίοτε και στην εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων, με την έννοια της ενδυνάμωσης της πολιτιστικής και κατ΄ επέκταση πολιτικής επιρροής των χωρών προέλευσής τους στην παραπαίουσα οθωμανική αυτοκρατορία. Ταυτόχρονα, η ελληνική πλευρά εστιάζει στο βυζαντινό μνημειακό απόθεμα με απώτερο στόχο την τεκμηρίωση, αφενός της συνέχειας στην ελληνική ιστοριογραφία, και αφετέρου, της γεωγραφικής συνοχής ανάμεσα στον βόρειο και τον νότιο ελλαδικό χώρο.
Η παρούσα εργασία επιχειρεί να καταγράψει την πολυσχιδή ερευνητική δραστηριότητα που αναπτύσσεται σε συνέχεια των παραπάνω, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της μετάβασης από την περιηγητική στην επιστημονική τεκμηρίωση του πλέον προβεβλημένου κεφαλαίου του μνημειακού αποθέματος της άλλοτε βυζαντινής μητρόπολης.

Research activity around the Byzantine monuments of Thessaloniki at the turn from the 19th to the 20th century: The transition from travellers’ reviews to scientific documentation
Throughout the Ottoman period, the Byzantine monuments of Thessaloniki attract wide interest, initially manifested in the pages of travelling literature. In the eyes of the numerous travellers that visit the city after its final capture, in 1430, the monuments in question constitute the most remarkable feature of the built environment. Nonetheless, in the second half of the 19th century and the beginning of the 20th, developments in the wider European context as concerns the way in which the past is treated and more exactly the elevation of precise and detailed knowledge to a basic demand, diminish the value of travellers’ reviews, while placing the emphasis, at the same time, to research initiatives and bibliography enrichment with scientific works.  
In this framework, the Byzantine fortifications and churches of the northern Greek capital become a focus of study for several scholars, either acting independently or as members of research teams. In both cases, they later publish their conclusions or contribute with them to the enrichment of the archives of their sponsoring bodies. Thus, they promote the development of scientific research, and in some instances, of political aims, basically the expansion of the cultural and furthermore political influence of their countries of origin in the disintegrating Ottoman Empire. At the same time, the Greek side focuses on the Byzantine monument stock in an effort to establish, on one hand continuity in Greek historiography, and on the other, geographic cohesion between the northern and southern areas of Greece.
The present paper aims to record the multifaceted research activity that was undertaken in the light of the above. In doing so, it will offer a complete picture of the transition from the reviews of the travellers to the scientific documentation of the most projected segment of the monument stock of the Byzantine metropolis.



9 Δημήτριος Χαριτάτος 
«Χαρτογράφηση των «ελασσόνων» αισθήσεων στην Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ου αιώνα»
Το αστικό τοπίο και ο δημόσιος χώρος αποτυπώνουν σημαντικό μέρος των αλλαγών που συντελούνται στις κοινωνικές δομές και τις καθημερινές πρακτικές. Τα κτίρια, οι συνοικίες και το σύνολο του αστικού ιστού υλοποιούν, επάνω σε κληρονομημένο καμβά, λειτουργίες του εκάστοτε σήμερα και προσδοκίες του εκάστοτε αύριο. 
Μέγιστο μέρος των παρατηρήσεων και των ερευνών που αφορούν στις αλλαγές της πόλης και των ανθρώπων της σχετίζονται με την καταγραφή και την ανάλυση των αντιληπτών από την όραση και την ακοή, δημιουργώντας επ’ αυτών μείζονα σπουδαιότητα· αντιθέτως, η όσφρηση, η γεύση και η ακοή, παρόλο που εξ ίσου δέχονται την επίδραση των κατά περίοδο μεταβολών και μεταρρυθμίσεων της ανθρώπινης δράσεως, γίνονται σπανιότατα αντικείμενο αναλύσεως, καθιστάμενες «ελάσσονες» στην μελέτη του υλικού παρελθόντας.
Όμως, οσμές που κυριαρχούσαν σε δρόμους και γειτονιές, χαρακτηριστικές γεύσεις εδεσμάτων που μετέπειτα λησμονήθηκαν και φευγαλέες απτικές αναμνήσεις συνέθεταν, με τις ελάσσονες τους ψηφίδες, σημαντικό μέρος του μετασχηματιζόμενου αστικού χώρου.
Η προτεινόμενη ανακοίνωση εξετάζει, μέσα από διηγήματα και άλλες πηγές, την εμπειρία των  προαναφερθεισών «ελασσόνων» αισθήσεων, σε απόπειρα χαρτογραφήσεως της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα, ώστε να παρασταθούν ως βιωμένη αντίληψη επί του τότε αστικού ιστού.

Mapping of the “minor” senses in Thessaloniki at the beginning of the 20th century.
The urban landscape and the public space portray important evidence of the changes occurring in the social structures and the quotidian practices. Buildings, districts and the whole urban space, materialize, on an inherited canvas, functions of the present and expectances of the future. 
The greatest part of the observations and the researches on the urban changes, relate to the perceived by vision and audition, creating on them a major importance; yet, although smells, tastes and touches also change along with major human action, seldom are part of analyses, becoming, in this manner, ‘minor’ in the examination of the material past.
However, smells in the streets, taste of food that were later forgotten, and fugitive haptic remembrances, constituted minimal but consisting parts of the transforming urban space.
The proposed communication examines, through various texts, the experience of the above mentioned ‘minor’ senses, in an attempt of a mapping of Thessaloniki of the beginning of the 20th century, in order to represent them on the public space.

10 Αγγελική  Κότσιαρη   
«Γειτονιές  της  Θεσσαλονίκης  στο  μεταίχμιο  των  πολιτισμών  και  των κοινωνικών  αντιθέσεων»
Η εισήγηση εντάσσεται στην ενότητα του πολεοδομικού σχεδιασμού, μελετώντας  τη Θεσσαλονίκη στο μεταίχμιο των αιώνων, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίον τα οικονομικά και ιστορικά γεγονότα επηρέασαν  την εξέλιξη της πόλης, όσον αφορά τις κοινωνικές δομές και τον πολεοδομικό ιστό.
Η θέση της Θεσσαλονίκης στα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η γειτνίασή της με την ακμάζουσα Ευρώπη δίνει μια πολυπολιτισμική ταυτότητα στην πόλη και την κάνει περιζήτητο λιμάνι για τις ευρωπαϊκές, ασιατικές  και αιγυπτιακές αγορές. Η γειτνίαση με το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και η αναμονή για την ένταξή της σε αυτό, ενισχύει αυτό τον χαρακτήρα, με τους Έλληνες ομογενείς να παίζουν το σημαντικότερο ρόλο. Η εγκατάσταση του σιδηρόδρομου στην πόλη έχει δώσει μεγαλύτερη ώθηση στην εμπορική δραστηριότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παράλληλη αύξηση του πληθυσμού. Η κυρίαρχη εθνότητα στην πόλη είναι οι Εβραίοι και ακολουθούν οι Έλληνες και οι Τούρκοι, αλλά υπάρχει πλήθος Αρβανιτών, Αρμένιων, Βούλγαρων και Ευρωπαίων. Οι τομείς απασχόλησης είναι διαχωρισμένοι ανάλογα με την εθνότητα, καθώς και ο τόπος κατοικίας.
Ο διαχωρισμός των γειτονιών σταδιακά γίνεται με οικονομικά κριτήρια και όχι μέσω της εθνογραφικής σύνθεσης. Αυτό συμβαίνει σε όλο και περισσότερους τομείς  όσο η Θεσσαλονίκη εξοικειώνεται με τις συνήθειες του δυτικού πολιτισμού. Με την αύξηση του πληθυσμού πυκνώνει το κέντρο και κατοικούνται και οι παρυφές εκτός τειχών. Η προκυμαία απευθύνεται στα ανώτερα στρώματα, που ανοίγουν τις πόρτες σε οτιδήποτε νέο, χτίζοντας ξενοδοχεία, εστιατόρια και υιοθετώντας έναν «ευρωπαϊκό» τρόπο ζωής. Παράλληλα στο εσωτερικό της πόλης πολλές γειτονιές μένουν βρώμικες και φτωχικές, χωρίς ανέσεις, διατηρώντας τις παλιές συνήθειες, τα παζάρια, τους ναργιλέδες και τις ψάθες, κατάσταση που επεκτείνεται προς τα δυτικά όρια. Ενώ στις ανατολικές παρυφές εγκαθίστανται τα ανώτερα στρώματα, που αναζητούν την εξοχική άνεση.
Η βιβλιογραφία βασίζεται σε περιηγητές της περιόδου και σε αναλύσεις ιστορικών για την εξέλιξη του οικονομικού συστήματος.

Neighborhoods of Thessaloniki in the verge of the civilizations and social contrasts.
This paper is part of the unit that the urban planning concerns and manages the city of Thessaloniki in the verge of two centuries, the verge of East and West and the way that the economical and historical events have affected the evolution of the city.
The position of the city in the edge of the Ottoman Empire and its neighboring with the thriving Europe gives a multicultural character to it and a chance to be a very popular port for the europian, asian and egyptian markets. The neighboring with the recently consisted greek country and the expectation that it will be a part of it, improves this character. Another interesting issue is the simultaneous rise of the population.
The Jews are the dominant ethnic group. The Greeks and Ottomans come next. There is also a big population of Armenians, Albanians, Bulgarians and Europeans.  The employment sectors and the places of residence are divided according to the ethnic groups.
Gradually the segregation of the neighborhoods is based on the economic standards and not on the ethnographic configuration, especially as Thessaloniki approaches the west civilization habits. As the population rises, the centre of the city becomes more densely inhabited and gradually the edges of the city are inhabited too. The waterfront becomes an area for the upper class. They build hotels and restaurants, which conform to the west civilization standards. In the same time many neighborhoods in the town are still dirty and pour, with no facilities. This condition expands to the west edges, while the east are inhabited from the upper class, which is interested for the countryside and its facilities.
The bibliography is based on travelers of that era and on analysis that try to explain the evolution of the economical system in the certain place the certain era.


11 Σοφία Δ. Δημουλά, Ιωάννης Δ. Δούκας, Παρασκευάς Δ. Σαββαΐδης
«Χωροχρονική μελέτη των χώρων ενδιαίτησης και ψυχαγωγίας στη Θεσσαλονίκη για τα έτη 1908 – 1915, με τη χρήση γεωπληροφοριακού συστήματος»
Η Θεσσαλονίκη, στην πολυκύμαντη ιστορική της διαδρομή υπήρξε πάντοτε σημαντικό κέντρο κοινωνικών, πολιτικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών εξελίξεων. Κτισμένη σε στρατηγικό σημείο, στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, δέσποζε των χερσαίων και θαλάσσιων μετακινήσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης και διατήρησε έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα από τον Μεσαίωνα ως τις μέρες μας. Η χρήση της τεχνολογίας των Γεωπληροφοριακών Συστηµάτων στην παρακολούθηση της χωροχρονικής μεταβολής των χρήσεων γης µιας περιοχής, προσφέρει νέες δυνατότητες σε χρονοβόρες και δύσκολες διαδικασίες διαχείρισης πληροφοριών. Επιτυγχάνεται επίσης η σύζευξη των ποικίλων Βάσεων Δεδομένων µε το χαρτογραφικό υπόβαθρο, δυνατότητα που “μεταφράζει” άμεσα οποιαδήποτε πληροφορία σε χάρτη, διάγραµµα, εικόνα. Με βάση το προαναφερθέν σύστημα και σκεπτικό, παρουσιάζονται οι χώροι ενδιαίτησης και ψυχαγωγίας που αναφέρονται στους Εμπορικούς Οδηγούς της Θεσσαλονίκης για τα έτη 1908, 1910 και 1915, έτη της ύστερης περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας αλλά και της απελευθέρωσης. Συγκεκριμένα, ως χώροι ενδιαίτησης και ψυχαγωγίας θεωρήθηκαν οι ακόλουθοι: Εστιατόρια, Ζαχαροπλαστεία, Θέατρα, Καφεζυθοπωλεία, Καφενεία, Καφωδεία, Λέσχες, Λουτρά, Μαγειρεία, Ξενοδοχεία και Πανσιόν. Η καταγραφή των χώρων αυτών είναι ενδεικτική αφενός για την ανάπτυξη της πόλης κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αφετέρου για τις συνακόλουθες τάσεις της κοινωνικής ζωής της Θεσσαλονίκης (πριν και μετά την απελευθέρωση του 1912). Μέσα από τις καταγραφές των Οδηγών παρουσιάζεται τόσο η ποσοτική διακύμανση των χώρων αυτών όσο και η διασπορά τους στο οδικό δίκτυο και τον αστικό ιστό της εποχής.
Στην εργασία γίνεται αναλυτική αναφορά στους αντίστοιχους χώρους ενδιαίτησης / ψυχαγωγίας: α) ανά έτος, β) ανά κατηγορία χώρου, γ) κατανομή των χώρων αυτών ανά οδικό άξονα. Αντίστοιχα, καταγράφεται και παρουσιάζεται η εικόνα των βασικών οδικών αξόνων της εποχής ανά κατηγορία χώρου ενδιαίτησης και ψυχαγωγίας.  Οι συγκεντρώσεις των χώρων ενδιαίτησης και ψυχαγωγίας και οι ποσοτικές και γεωγραφικές μεταβολές τους παρουσιάζονται σε θεματικούς χάρτες της εποχής και σε διαγράμματα, όπου φαίνεται η διακύμανση της συγκέντρωσης των αντίστοιχων χρήσεων γης και η εξέλιξή τους πριν και μετά το 1912.  

Spatiotemporal study of entertainment and accommodation  land uses in  Thessaloniki for the years  1908 – 1915 by using a geoinformation system
The city of Thessaloniki has always been an important center of social, political, religious and cultural development. Situated in a strategic point on the inlet of Thermaikos Gulf, Thessaloniki dominated the land and sea travels between East and West and maintained a cosmopolitan character from the Middle Ages until today.
The use of Geoinformation Systems for monitoring the spatial and temporal changes in the land use of an area, offers new possibilities concerning complex and time-consuming procedures for information management. Furthermore, the correlation of various databases with mapping is achieved, thus providing the ability to "transform" any information directly to a map, chart or picture.
Based on the above, this paper shows the areas of accommodation and entertainment included in the Commercial Guides of Thessaloniki for the years 1908, 1910 and 1915, years in the late period of Ottoman domination. In particular, land uses of accommodation and entertainment were the following: Big and Small Restaurants, Theaters, Brasseries, Cafes, Concert Cafes, Clubs, Bathhouses, Hotels and Inns. The recording of these places is indicative of both the city's development during the first decades of the 20 th century and the subsequent trends of social life in Thessaloniki (before and after the liberation of 1912). Through the recordings of Commercial Quides, the quantitative variation of these places and their distribution on the road network and the urban fabric of those years can be presented.
In the paper, detailed elaboration of the accommodation and entertainment land uses is done: a. per year; b. per category of land use; c. the distribution of the activities on the road network. Also, a representation of the old main roads of the city - by category of accommodation and entertainment use - is respectively given.
Finally, the distribution of accommodation and entertainment land uses and their quantitative and geographical variations are presented in thematic maps and diagrams showing the variation of the concentration of the respective land uses and their growth before and after 1912.


12 Νικόλαος Σιώκης
«Η πόλη της Θεσσαλονίκης στα 1910 μέσα από τις σελίδες ενός γαλλικού καταλόγου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας»
Παρουσιάζεται η πόλη της Θεσσαλονίκης βάσει ενός σπάνιου γαλλικού καταλόγου της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπεζας, ο οποίος φέρει τίτλο: L’Annuaire Oriental du Commerce, de l’Industrie, de l’Administration et de la Magistrature (=Εμπορικός, Βιομηχανικός, Διοικητικός και Δικαστικός Κατάλογος της Ανατολής), İstanbul 1914. Ο ετήσιος αυτός οδηγός περιλαμβάνει όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, αλλά και τους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνταν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ στις σελίδες του καταχωρούνται και αξιόλογες εμπορικές διαφημίσεις. Παρέχει ενδιαφέροντα στοιχεία για τη διοίκηση της πόλης και για την πολυπληθή σε αυτή παρουσία διπλωματικών σωμάτων. Εμπεριέχει επίσης σπουδαίες πληροφορίες για την εκκλησία και την εκπαίδευση, καθώς και για τις θρησκευτικές και εθνοτικές ομάδες που διαβιούσαν εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Στις σελίδες του καταχωρούνται σωματεία και θέατρα, τράπεζες και τραπεζίτες, εμπορικά καταστήματα, κοσμηματοπώλες και εμπορικοί αντιπρόσωποι, ωρολογοποιοί και ράπτες, βιοτεχνίες και εταιρείες, καπηλειά και ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια, κουρείς και βυρσοδέψες, παραγγελιοδόχοι και καπνέμποροι, ιατροί και φαρμακοποιοί, νοσοκομεία και φαρμακεία, εφημερίδες, τυπογραφεία και βιβλιοπωλεία. Όλα αυτά τα στοιχεία μάς επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια εικόνα της πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης λίγο πριν την απελευθέρωσή της.


The city of Thessaloniki in 1910 through the pages of a french catalog of the Ottoman Empire
The City of Thessaloniki is presented according to a rare french catalog of the Ottoman Imperial Bank, which was headed: L 'Annuaire Oriental du Commerce, de l' Industrie, de l 'Administration et de la Magistrature (= Oriental Commercial, Industrial, Administrative and Judicial Catalog), İstanbul 1914. This annual guide includes all public and private agencies, and professionals who activated in the Ottoman Empire, and in its pages there are recognized and valuable commercial advertisements. We are provided with interesting information on city government and the large presence of this diplomatic corps. It also contains important information about the church and education, and religious and ethnic groups that lived at that time in Thessaloniki. In these pages are also registered clubs and theaters, banks and bankers, retailers, dealers and jewelers, watchmakers and tailors, crafts and companies, taverns and hotels, cafes and restaurants, barbers and tanners, agents and tobacco merchant, doctors and pharmacists, hospitals and pharmacies, newspapers, printing presses and bookstores. All these elements allow us to visualize the multicultural Thessaloniki shortly before her release.


13 Αγγελική Γεωργίου- Δόμνα Ιορδανίδου
«Λεωφόρος των Πύργων  (Yalilar Caddesi)»
Η ανακοίνωση  προέρχεται από την επεξεργασία της  μετάφρασης των δύο συνοπτικών φορολογικών βιβλίων του τέλους της Οθωμανικής περιόδου συγκεκριμένα του 1911. Τα βιβλία αυτά (hulassa)  φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας και προέρχονται από το Οθωμανικό Κτηματολόγιο.
Στον ένα τόμο καταγράφεται  η δεξιά πλευρά της λεωφόρου  που είχε αρίθμηση ιδιοκτησιών μονούς αριθμούς και στο δεύτερο η αριστερή πλευρά  με τη ζυγή αρίθμηση.
Μεταφράζονται τα ονόματα των ιδιοκτητών, το είδος του κτήματος, η αξία του
σε γρόσια καθώς και η τιμή φόρου του καθενός ακινήτου.
Σύμφωνα με την καταγραφή  η λεωφόρος αρχίζει από το ύψος του Λευκού Πύργου και καταλήγει λίγο μετά το Ντεπό των τραμ που σώζεται ως σήμερα.
Οι περισσότερες ιδιοκτησίες ανήκουν σε μεγαλοεπιχειρηματίες Οθωμανούς υπηκόους βέβαια αλλά εβραϊκού, χριστιανικού και μουσουλμανικού θρησκεύματος καθώς και σε ντονμέδες.
Τα περισσότερα σώζονταν μέχρι το 1960-70. Σήμερα μετά τη λαίλαπα της αντιπαροχής έχουν μείνει ελάχιστα που θυμίζουν αφενός την μεγαλόπρεπη αρχιτεκτονική των κτισμάτων και αφετέρου την αρχοντική όψη της λεωφόρου, ιδιαίτερα της δεξιάς πλευράς με τη μονή αρίθμηση που η πίσω πλευρά των κτιρίων είχε άμεση πρόσβαση στη θάλασσα.


“Avenue des Campagnes” according to two ottoman financial registers of the year 1911.
This paper presents the elaboration of the data collected during the translation of two summarized financial registers dating to the end of  Ottoman period, and more precisely, of the year 1911. These registers (hulassa) preserved in the General State Archives – Historical Archives of Macedonia in Thessaloniki, make part of the Ottoman Cadastre. In the first volume is registered the right side of the avenue containing the uneven numbers and, in the second one, the left side containing the even numbers of numeration. We have translated the owners’ names, the typology of the single  use of land (buildings, shops, plots, gardens ecc.) and its value. According to this registration, the “Avenue des Campagnes” (the actual avenues Vassileos Georgiou and Vassilisis Olgas) began near the emblem of the city, the White Tower (Kanlı Kulesi in Turkish) and ended just besides the “Depot” (Tramway Deposu) preserved even today. Most of the land property belonged to great entrepreneurs of ottoman citizenship but of Jewish, Christian or Muslim religion and even donmehs (Jewish converted to Islam). Most of the buildings were preserved till 1960-70. Nowadays after the self-destructive era of “renovation”, just a few of them have survived, to remind the old-times glory, especially the ones on the right side of the road which long ago used to offer direct access to the sea.


14 Αθηνά Δάρα , Κώστας Τζιάρας , Μαρία Φράγκου  & Γιώργος Χρανιώτης
«Το φαινόμενο της αυτοκτονίας στη Θεσσαλονίκη
την περίοδο 1872 – 1912»
Στις 9 Φεβρουαρίου 1912, λίγους μήνες πριν από την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος, η Μακεδονία επισήμαινε ότι είχε ενσκήψει στην πόλη «επιδημία αυτοκτονιών». Σχολιάζοντας το φαινόμενο με αφορμή σχετικό περιστατικό στις 13 Ιουλίου 1911 η εφημερίδα τόνιζε ότι οι αυτοκτονίες ήταν πλέον συνηθισμένες και δεν συγκλόνιζαν τον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο της αυτοκτονίας στην πόλη έχει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον καθώς συνδέεται με παρόμοια φαινόμενα σε όλο σχεδόν τον κόσμο και ειδική στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Εξάλλου, από το 1872 ως το 1912, εποχή των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων και της ανόδου των εθνικισμών η πόλη βρίσκεται σε μετάβαση, κρίση, όψη των οποίων είναι και η όξυνση φαινομένων βίας. Συγκεκριμένα, αποδελτιώνοντας την Μακεδονία από την έναρξη της έκδοσής της τον Ιούλιο του 1911 ως τον Οκτώβριο του 1912 εντοπίσαμε σαράντα εννιά σχετικές αναφορές, από τις οποίες οι δεκατρείς αποτελούν αναγγελίες αυτοκτονιών που σχετίζονται με την πόλη. Αυτοκτονίες περιλαμβάνονται και σε άλλου είδους άρθρα, χρονογραφήματα, διηγήματα όπως και στην ειδησεογραφία από το εξωτερικό. Τα ευρήματα αυτά μας έδωσαν το έναυσμα για μια πιο διεξοδική μελέτη του φαινομένου.
Στόχο της ανακοίνωσης αποτελεί η καταγραφή της σχετικής αρθρογραφίας, αλλά και η προσπάθεια ανάλυσης του φαινομένου με βάση τη σύγχρονη και μεταγενέστερη βιβλιογραφία. Η Θεσσαλονίκη ειδικά, ως πολυεθνική πόλη, μας δίνει την ευκαιρία συγκριτικής προσέγγισης του φαινομένου στις διαφορετικές πολιτιστικές και θρησκευτικές κοινότητες της πόλης.
Όσον αφορά τον τύπο, πέρα από την εφημερίδα Μακεδονία έχουμε καταρχάς εντοπίσει και πρόκειται να αποδελτιώσουμε τις τοπικές Αλήθεια και Νέα Αλήθεια (το σύνολο των φύλλων 1903 – 1905 και άδετα φύλλα – σπαράγματα των ετών 1908 - 1911) και τον Φάρο της Θεσσαλονίκης (άδετα τεύχη 1907 – 1909), όπως επίσης και εφημερίδες που εκδίδονταν στην Αθήνα. (Εμπρός: 1896 – 1912, Σκριπ: 1893 – 1912, Ακρόπολις: 1883 – 1884, Αιών: 1880 – 1883, Αγών: 1899 – 1900).
Σημειώνουμε ότι το 1897 εκδίδεται το έργο του Emile Durkheim Suicide. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα κοινωνιολογίας το οποίο επιχειρεί να διερευνήσει τις αιτίες του φαινομένου και αντανακλά την έκταση που έλαβε στην Ευρώπη στο β΄ μισό του 19ου αιώνα.

Suicide in Thessaloniki in the local press just before the integration of the city in the Greek state
In the 9th February 1912, a few months before the annexation of Thessaloniki to the Greek state, the local newspaper Makedonia wrote that an “epidemic of suicides” had infringed on the city, commenting that suicides were common and did not impress the population of the city.
In 1897 “Suicide” by Emile Durkheim, one of the most significant books on sociology, was published. The book attempted to investigate into the causes of the phenomenon reflecting its extent in Europe in the second half of the 19th century. The suicide of Mimikos and Mary in Athens during 1893 initiated a tradition of suicides in the small Greek capital equivalent to the corresponding phenomenon in the European cities. For instance, we have recorded 253 pertinent articles in the newspaper Empros between 1896 and 1904 and 165 ones in Script (1893-1913), mainly declarations of suicides but also attempts to interpret the phenomenon within the context of the escapism and transgression of the limits, characteristics of the period.
Thessaloniki had been in transition and a crisis, just before 1912, or even since the last quarter of the 19th century. It “experiences” the consequences of the reforms and the rise of nationalism in the Ottoman and Balkan environment. In the turn of the century the escalation of various forms of violence is evident. Within the dramatic context of the events and the relics of the Press of Thessaloniki the cases of suicide are tacked withn the “roar of the city”. Although detailed letters and declarations of suicide are missing, quite interesting articles are found in the local press.
After having studied Journal de Salonique (1895 – 1910), Aletheia (6/1903 – 6/1905),  Faros of Thessaloniki (1907 – 1909 unbound issues), Nea Aletheia (1911 unbound issues), Makedonia (7/1911 – 10/1912), we recorded a total of 128 pertinent articles. The longest ones belong to the genre of popular romance. The majority of the cases are short declarations. The desperate acts of renowned and inconspicuous men and women, Israelites, Orthodox, Muslims, locals or visitors are recorded, their motives are determined according to the historic context of the period and the prevalence of the phenomenon is stressed.

15 Αλέκα Καραδήμου Γερόλυμπου
«H ανάδυση της εκτός των τειχών Θεσσαλονίκης (1870-1912).
Σχεδιασμοί, οικιστικά μοντέλα,  κοινοτικές και ιδιωτικές πρωτοβουλίες»
Οι μορφές και οι διαδικασίες με τις οποίες επεκτείνονται οι πόλεις κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας είναι ένα ενδιαφέρον θέμα με διάφορες πτυχές που δεν έχουν διερευνηθεί διεξοδικά. Εποικιστικές πολιτικές, θέματα εσωτερικής ασφάλειας, ενδοαστικές συγκρούσεις συχνά συσκοτίζουν την χωρική διάσταση του θέματος. Από τον 19ο αιώνα πάντως, η υποστηριγμένη με μεταρρυθμίσεις διαδικασία ‘εξευρωπαϊσμού’ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επιδρά κατ’ εξοχήν στην ανάπτυξη των αστικών χώρων, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό διπλασιάζονται ως προς την έκτασή τους.
Το φαινόμενο της επέκτασης αντιμετωπίζεται σε θεσμικό επίπεδο ως ιδιωτική- επιχειρηματική υπόθεση. Η δημοτική αυτοδιοίκηση που συγκροτείται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δεν έχει αρμοδιότητες σχεδιασμού των επεκτάσεων, αλλά μόνον κατ’ αρχήν  ελέγχου των ιδιωτικών προτάσεων, που εγκρίνονται από την κεντρική εξουσία και μάλιστα από το Υπουργείο Εμπορίου.  Ωστόσο στην Θεσσαλονίκη η δημαρχία θα δημοσιοποιήσει ένα πρώτο σχέδιο επέκτασης της πόλης το 1889 και ένα επόμενο στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνεται δραστηριοποίηση των μειονοτικών ομάδων, που βλέπουν την δυνατότητα να αποκτήσουν βελτιωμένους χώρους κατοικίας και επαγγελματικών εγκαταστάσεων σε περιβάλλοντα που προσιδιάζουν καλύτερα στις απαιτήσεις τους, αλλά και της μουσουλμανικής οικονομικής ελίτ που αναγνωρίζει τη δυνατότητα να εκμεταλλευθεί αγροτική γη που μετατρέπεται σε αστική.

The Making of extra-muros Thessaloniki (1870-1912).
Plans, residential  patterns,  community and private initiatives
 City growth forms and the relevant procedures during the final years of Ottoman rule constitute an interesting issue with several dimensions that have not been explored thoroughly. Settlement policies, internal security issues, intra-urban conflicts often disregard or misinterpret the spatial aspects. Since the middle of the 19th century however, the process of ‘westernisation’ in the Ottoman Empire, supported by reform measures, affected impressively urban development and expansion of urban areas.
At the institutional level city expansion was treated as private-business enterprise. The Municipal Government that had been set up in the second half of the 19th century had no responsibility for planning the new quarters or for reserving land for public or community uses. The municipality was simply expected to accept or reject the private proposals that were submitted and approved by the central authority and the Ministry of Commerce.
Nontheless in Thessaloniki the Municipality will eventually publish a first plan for the expansion of the city in 1889 and another one in the first decade of the 20th century. In this context the members of different ethno-religious communities appear quite active and respond positively to the prospect  of creating improved residential and business premises in an environment that addresses more adequately their requirements. Equally active is the Muslim economic elite that recognizes the opportunity to exploit agricultural land being converted to urban.


16 Bασίλης Kολώνας 
«Η πολυπολιτισμική ταυτότητα  της αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Νέες τυπολογίες και μορφές σε χώρους δημοσίων δραστηριοτήτων»
Η ανακοίνωση ασχολείται με την πρόσληψη των ευρωπαϊκών αρχιτεκτονικών ρευμάτων της περιόδου των Τανζιμάτ από τις κύριες εθνικές-θρησκευτικές κοινότητες της πόλης και την εφαρμογή τους στα κτίρια που στεγάζουν τις συλλογικές και δημόσιες δραστηριότητας της κάθε μιας από αυτές.
Η ανακοίνωση βασίζεται σε νέα πρωτότυπα στοιχεία που τεκμηριώνουν την εξάρτηση της κάθε κοινότητας από το αντίστοιχο εθνικό κέντρο και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, στα ευρύτερα όρια του αρχιτεκτονικού εκλεκτισμού, κυρίαρχου στυλ της περιόδου.

The multicultural identity of architecture in Thessaloniki during the last years of Ottoman Rule. New building types and forms in areas of collective activities.
The communication deals with the perception of European architectural trends during the Tanzimat Era by the ethnic - religious communities of the city and their implementation in buildings housing communal or collective activities. Recent research brought to light new evidence concerning the symbolic reference systems of each community and the relevant forms adopted in the broader context of architectural eclecticism, dominant style of the period.


17 Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη
«Γαλλικές εργοληπτικές εταιρείες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, 1872-1912.   Πολεοδομικοί και αρχιτεκτονικοί νεωτερισμοί»
Η κατασκευή του τεχνητού λιμανιού της Θεσσαλονίκης υπήρξε ένα από τα μείζονα τεχνικά έργα που υλοποιήθηκαν στην πόλη, στο τέλος του 19ου αιώνα. Οικονομική επιταγή για την ανάπτυξη της πόλης, εισήγαγε παράλληλα μείζονες πολεοδομικούς και αρχιτεκτονικούς νεωτερισμούς για την ανανεωμένη λειτουργία της και για τον εκσυγχρονισμό της οικοδομικής τεχνολογίας της.
Η κατασκευή του ήταν αποκλειστικά έργο γαλλικών εργοληπτικών εταιρειών και τεχνικών, που έδρασαν στο διάστημα από το 1872, οπότε ξεκίνησε ο σχεδιασμός της επιχείρησης, μέχρι το 1912, αλλά και στα επόμενα χρόνια, οπότε ολοκληρώθηκε η ανέγερση των κτηρίων.  
Η ανακοίνωση θα εξετάσει τη δράση των γαλλικών εργοληπτικών εταιρειών που συμμετείχαν στο όλο εγχείρημα. Θα παρουσιάσει νέα αδημοσίευτα στοιχεία που φωτίζουν τα εταιρικά σχήματα που συστάθηκαν, τους διαδοχικούς σχεδιασμούς του λιμενικού χώρου και τους τεχνικούς εκσυγχρονισμούς που εισήγαγαν, τις αρχιτεκτονικές προτάσεις για τα κτήρια, με την πρωτοεμφανιζόμενη στη Θεσσαλονίκη καινοτόμο τεχνολογία του οπλισμένου σκυροδέματος.      
Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στους βασικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής,  οι οποίοι υπήρξαν εξέχουσες γαλλικές επιχειρηματικές φίρμες, όπως αυτές των  Edmond Bartissol και François Hennebique, ειδικοί μηχανικοί της Ecole Centrale και της Ecole des Ponts et Chaussées, όπως οι  Louis Barret, Adolphe Guérard, Jules Robert κ.ά., ο αυτοκρατορικός αρχιτέκτονας Alexandre Vallaury, αλλά και γνωστές τοπικές προσωπικότητες, όπως ο μηχανικός Eli Modiano και ο υπουργός Mehmet Cavid bey.


18 Ευθυμία Τσαρούχα
«Η Εβραϊκή κοινότητα Θεσσαλονίκης (1872-1912) και οι εφημερίδες του 20ου αιώνα: μια γλωσσολογική προσέγγιση βασισμένη σε δυο γνωσιακές διεργασίες»
Η εβραϊκή κοινότητα Θεσσαλονίκης από το 1872 έως και το 1912 διέγραψε λαμπρή πορεία τόσο στα γράμματα και τις τέχνες αλλά και στην ευρύτερη οικονομική-πολιτιστική ανάπτυξη της πόλης. Στο μεταίχμιο των δυο αιώνων η κοινότητα αποτελούσε το κέντρο της Εβραϊκής ζωής στα Βαλκάνια καθώς ποικίλες εμπορικές δραστηριότητες άνοιξαν γέφυρες με την υπόλοιπη Ευρώπη της εποχής. Στην ανακοίνωση θα αναλύσω τον τρόπο με τον οποίο ο ξένος τύπος της εποχής αναφέρεται στα επιτεύγματα της συγκεκριμένης κοινότητας. Θα ακολουθήσω μια διαχρονική γλωσσική προσέγγιση και θα επικεντρωθώ στη χρήση δυο γλωσσικών σχημάτων, τη μεταφορά και τη μετωνυμία. Από γνωσιακής πλευράς η μεταφορά είναι μια γλωσσική διεργασία κατά την οποία η σημασία ή έννοια μιας λέξης επεκτείνεται αναλογικά σε άλλες σημασιολογικά συγγενείς λέξεις που έχουν μικρή ή μεγάλη ομοιότητα με αυτήν. Από την άλλη πλευρά, με τη μετωνυμία μια λέξη μπορεί να αντικατασταθεί με μια άλλη λέξη ή έκφραση που έχει διαφορετική, αλλά άρρηκτα συσχετιζόμενη εννοιολογική συγγένεια. Το εύρος και η πολυπλοκότητα των δυο γλωσσικών διεργασιών εντοπίζεται στη γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Παρόλα αυτά η χρήση τόσο της μεταφοράς όσο και της μετωνυμίας υποδηλώνει πολλά παραπάνω από όσα κάποιος μπορεί να υποθέσει σε μια πρώτη ανάγνωση. Η ανακοίνωση θα διερευνήσει τις κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις που αποδίδουν οι ξένες εφημερίδες του 20ου αιώνα στην Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, μέσω των δυο γλωσσικών διεργασιών. Θα προσπαθήσω να απεικονίσω πώς η δύναμη του γραπτού λόγου επηρεάζει κοινωνικές και οικονομικές καταστάσεις και πώς αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. Η ανάλυση θα βασιστεί σε ποικίλα παραδείγματα από ξένες εφημερίδες και θα επικεντρωθεί στην «κρυφή» σημασία που υποβόσκει πίσω από τη μεταφορά και τη μετωνυμία, όταν κάνουν αναφορά στους Εβραίους της εποχής.

The Jewish Community of Thessaloniki (1872-1912) and the Newspapers of the 20th Century: A linguistic Approach on the Grounds of Two Cognitive Processes
The Jewish community of Thessaloniki marked a remarkable upturn —between 1872 and 1912— not only in the field of humanities and arts, but also in the city’s overall economic and cultural development. On the verge of the two centuries, this community was the center of Jewish activities in the Balkan states, since various commercial transactions were formed with the other European countries. In the present paper, I will argue for the type of mechanism the international newspapers of the 20th century employ in order to document the achievements of the particular community. I will approach these issues diachronically by emphasizing the usage of two cognitive processes: metaphor and metonymy. From a cognitive perspective, metaphor is the process according to which an expression that belongs to a domain can be extended into other domains. In the case of metonymy a single word or phrase can stand for another word or phrase that belongs to the same domain. The range and diversity of these cognitive processes can be located in the language of the media; however, the function of both metaphor and metonymy is much more complex than we can suppose at first sight. This paper will attempt to investigate the social and economic dimensions, the press of the 20th century attributes —through these two cognitive processes— to the Jewish community of Thessaloniki. In particular, I will attempt to portray how the power of written speech influences social and economic affairs and how international newspapers use metaphor and metonymy in order to refer to the given population group. My analysis will be based on various examples from international newspapers and will emphasize the importance of metaphor and metonymy in the formation of a specific ideology, when used to refer to the Jews of the period 1872-1912.


19 Gila Hadar
“The Socialist Federation and Linguistic Realities in Thessaloniki: In search of a linguistic and cultural capital”
In the wake of the “Young Turks” revolution (July 1908), the Jewish, Macedonian, Greek and Turkish socialists set up the “Socialist Federation”. The organ of the federation was “El Journal del Lavorador” that appeared at the beginning in four languages: Ladino, Turkish, Bulgarian and Greek. Later on, the name  was changed to “La Solidaridad Ovradera” and “Avanti”.
Until 1912, Turkish served as the language of political power, and from 1912 onwards it was Greek, but Jewish economic and social discourse was conducted in Judeo-Spanish (Ladino). The heads of the Socialist Federation understood that there is a connection between rights, status, political power and language, and that political hegemony and political rights, in a world in which discourse and power were almost synonymous concepts, were connected with control over language.
After a series of articles that were published in the socialist press dealing with the question of the language that should be used by the socialists, the Judeo-Spanish was chosen as the language of social discourse. 
The Socialist Federation leadership understood that one of the means for creating social solidarity was having a common language. Both the Turkish language and the Greek language were “appropriated” and served as a means of national representation. The option of choosing Hebrew was discounted because the Hebrew represented Jewish nationalism. 
Besides the debate over the language, arguments were also held about the concepts of the socialist cultural capital and how it will substitute the bourgeois linguistic and cultural capital.
In this lecture I shall examine the process of creating a language and social identity among the Jewish workers during the early years following the establishment of the “Socialist Federation” (1908-1913). 


20 Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου  & Βασίλης Φούκας
«Το σώμα των Ελλήνων εκπαιδευτικών της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1912: Άτομα και συλλογικότητες»
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί για την ελληνική εκπαίδευση μέχρι το 1912 το κέντρο της Μακεδονίας και ένα από τα σημαντικότερα του ευρύτερου βαλκανικού χώρου. Οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν στα σχολεία της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο αυτή, ιδιαίτερα σε εκείνα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, προέρχονται από διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και του ελεύθερου κράτους, παραμένουν-συνήθως-για μικρά διαστήματα στην πόλη, αλλά διαδραματίζουν έναν πολυδιάστατο ρόλο τόσο στον εκπαιδευτικό όσο και τον ευρύτερα κοινωνικό χώρο. Τα ερωτήματα που θα απασχολήσουν την εισήγηση αυτή είναι α) ποιο ρόλο διαδραματίζουν γνωστές/σημαντικές προσωπικότητες εκπαιδευτικών (Γυμνασιάρχες, Διευθυντές και Διευθύντριες Παρθεναγωγείων, Αστικών Σχολών και Διδασκαλείων), και, β) κατά πόσο, σε ποιες περιόδους και κάτω από ποιες συνθήκες το σώμα αυτό των εκπαιδευτικών συμμετέχει σε συλλογικές δραστηριότητες εκπαιδευτικών ή απαρτίζει ένα σύνολο, αποκτά, δηλαδή, συλλογικά χαρακτηριστικά, ποιες είναι οι διεκδικήσεις και τα αιτήματα που υποστηρίζει και ποια θέση κρατά σε κρίσιμες περιστάσεις για την κοινοτική εκπαίδευση (όπως, για παράδειγμα, το κλείσιμο του Διδασκαλείου στη δεκαετία του 1880 ή το γλωσσικό ζήτημα στις αρχές του 20ού αιώνα, την εξάρτηση από το Πατριαρχείο ή το εθνικό κέντρο), την κοινότητα (ενδοκοινοτικές διενέξεις δεκαετίας 1880 και 1890, σχέσεις με τα μέλη άλλων κοινοτήτων), ή τις εθνικές προτεραιότητες (ανταγωνισμοί, Βαλκανικοί πόλεμοι).

The body of teachers in the schools of the Greek Community of Thessaloniki until 1912: Individuals and collectivities
Thessaloniki is, for Greek education until 1912, the centre of Macedonia and one of the most important ones of the larger Balkan area. The teachers employed by schools of Thessaloniki during this time, particularly in Secondary schools, originate in different areas of Macedonia and the free state, and usually remain in the city for short periods of time. Nonetheless, they play a particularly important and multi-dimensional role both in education and in the wider social framework. The gender of the teachers and the teaching level constitute the main parameters that define the central questions of this paper and are constituted as follows:
a) Which is the profile and the role played by well-known teachers of all levels: Secondary School principals, principals of Girls’ Schools, Urban Schools and others.
b) During which times and under which conditions did the wider body of educators participate in collective activities or constitute a whole – that is, acquire collective characteristics. Which are the demands and claims supported and what position is assumed in circumstances important for communal education (as, for example, the closure of the Didaskaleio during the 1880s or the language issue in the beginning of the 20th century. dependency on the Patriarchate or the national centre), the community (community disputes in the 1880s and 1890s, relations with members of other communities) or national priorities (antagonisms, the Balkan wars).


21 Σταυρούλα Μαυρογένη 
«Τα σερβικά σχολεία στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 19ου αρχές 20ου αιώνα»
Στην παρούσα ανακοίνωση θα εξετάσουμε την προσπάθεια ίδρυσης των πρώτων σερβικών σχολείων στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στο χώρο της Θεσσαλονίκης.
Η σερβική εθνική κίνηση στις αλύτρωτες περιοχές, ήταν μια διαδικασία που άρχισε να εξελίσσεται λίγο πριν τη δολοφονία του πρίγκιπα Mihajlo, το 1868. Η εκπαιδευτική δραστηριότητα της Σερβίας  κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να δημιουργήσει πυρήνες στη Μακεδονία. Βέβαια  τόσο  η  Ανατολική κρίση (1875-1878) όσο  και οι δύο αντίπαλες κινήσεις, η ελληνική, που είχε ως στήριγμά της το  Οικουμενικό Πατριαρχείο και η βουλγαρική, η οποία με την αρωγή της Εξαρχίας σημείωνε εντυπωσιακά αποτελέσματα, της δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα.
Η  ίδρυση σερβικών προξενείων στις πόλεις της Μακεδονίας, με επίκεντρο εκείνο της Θεσσαλονίκης  δημιούργησε εκείνους τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς που ήταν απαραίτητοι ώστε να ιδρυθούν είτε νέα σχολείων είτε να προσχωρήσουν  στη σερβική εθνική κίνηση τα ήδη υφιστάμενα πατριαρχικά  ή εξαρχικά σχολεία.
Η δραστηριότητα αυτή συνάντησε αρχικά τη θετική στάση των Ελλήνων μητροπολιτών και προξένων που θεωρούσαν ότι η ανάπτυξη της σερβικής κίνησης θα αποτελέσει ανάχωμα στις πιέσεις της αντίστοιχης βουλγαρικής. Οι απόψεις αυτές στηρίχθηκαν στην εκτίμηση ότι η σερβική κίνηση θα αναπτυσσόταν στις βόρειες περιοχές της Μακεδονίας και ως τέτοια δεν αντιστρατεύεται στα ελληνικά συμφέροντα.
Στην πόλη της Θεσσαλονίκης η σερβική εκπαιδευτική κίνηση οργανώθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Η Σερβία επιχείρησε να δημιουργήσει ένα  δίκτυο σερβικών πυρήνων στην περιοχή  ως αντιστάθμισμα των αντίστοιχων ελληνικών που υπήρχαν στο Κοσσυφοπέδιο. Θεωρούσε ότι το δίκτυο αυτό θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως διαπραγματευτικό όπλο στις ελληνικές διαβουλεύσεις για τη χάραξη των σφαιρών επιρροής.
Το εγχείρημα της δημιουργίας σερβικών σχολείων στη Θεσσαλονίκη αν και πολύ δύσκολο τελικά υλοποιήθηκε, μετά από  έναν τιτάνιο αγώνα και μια τεράστια αλληλογραφία ανάμεσα στον Σέρβο πρόξενο στη Θεσσαλονίκη, το Πατριαρχείο και την Υψηλή πύλη.

The Serbian schools in Thessaloniki in the end of the 19th and the begging of the 20th century
This paper looks into the effort of establishing the first Serbian schools in Macedonia and especially in the area of Thessaloniki.
The Serbian national movement in the terra irredenta began to develop just before the assassination of Prince Mihajlo in 1868. The educational activity of Serbia succeeded in creating cells in Macedonia in a very short time. However, this activity was faced with serious problems created by the Eastern crisis (1875-1878) and the two rival movements, the Greek, which was the mainstay of the Ecumenical Patriarchate and the Bulgarian, which achieved impressive results with the assistance of the Exarchate.
The establishment of Serbian consulates in the cities of Macedonia, with the most important one being that in the city of Thessaloniki, created those educational  mechanisms, necessary either for the establishment of new schools or to join the Serbian national movement of for the existing Patriarchal or  Еxarchate schools to join the Serbian national movement.
Initially, this activity met with a positive approach on the part of the Greek bishops and consuls who thought that the development of the Serbian movement would act as a barrier against the pressures of the respective Bulgarian movement. These views were based on the belief that the Serbian movement would develop in the northern regions of Macedonia and as such would not run counter to Greek interests.
The Serbian educational movement was organized rapidly in Thessaloniki. Serbia tried to create a network of Serbian cells in the region to offset the corresponding Greek cells in Kosovo. The Serbians believed that this network could serve as a bargaining weapon in Greek consultations for the development of spheres of influence.
Despite being very difficult, the task of setting up Serb schools in Thessaloniki, was ultimately realized, after a titanic struggle and massive correspondence between the Serbian Consulate in Thessaloniki, the Patriarchate and the Porte.


22 Μαρία Κοτζάμπαση 
«Εκπαίδευση και ελληνο-βουλγαρική αντιπαράθεση στη Θεσσαλονίκη
στα τέλη του 19ου αιώνα»
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η εκπαίδευση στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σημείωσε θεαματική ανάπτυξη και δημιουργήθηκε ένα καλά οργανωμένο ελληνικό σχολικό δίκτυο. Η ιδιωτική πρωτοβουλία είχε τον πρώτο λόγο στην οργάνωση και λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, χάρη στις χορηγίες των εύπορων μελών της ελληνικής εμπορικής αστικής τάξης και στο έργο των συλλόγων με πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς που ιδρύθηκαν στα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας μετά το 1860.
Ο “Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος  Κωνσταντινουπόλεως” και ο “Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων” είχαν σημαντική θέση στην ανάπτυξη του ελληνικού εκπαιδευτικού δικτύου στις οθωμανικές επαρχίες, καθώς εμφανίζεται το αίτημα της μαζικής εκπαίδευσης. Το αίτημα αυτό προέκυψε αρχικά απ' την ανάγκη καταπολέμησης της αμάθειας και, παράλληλα, απ’ την ανάγκη προστασίας των ελληνικών πληθυσμών από τις απειλές που αντιμετώπιζαν. Μετά το 1870, η νέα φάση στην οποία εισέρχεται το Ανατολικό Ζήτημα, η ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας και η συστηματική αντιπαράθεση ανάμεσα στους ασυμβίβαστους εθνικισμούς των βαλκανικών κρατών έχουν άμεσες επιπτώσεις στον τομέα της εκπαίδευσης. Το πρώτο μέλημα των ανταγωνιστικών βαλκανικών εθνικισμών ήταν να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειες πολιτισμικής διείσδυσης στις διαφιλονικούμενες περιοχές, όπως η Μακεδονία. Η αντιμετώπιση της αμάθειας και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας με σκοπό την καλλιέργεια ελληνικού φρονήματος αποτελούν βασικό άξονα της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνο-βουλγαρικής αντιπαράθεσης στον τομέα της εκπαίδευσης αποτελεί η Θεσσαλονίκη, στην οποία έχει ιδρυθεί Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος, ελληνικά εκπαιδευτήρια και διδασκαλείο, υπό την εποπτεία του Έλληνα Γενικού Προξένου και του “Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων”. Τη δεκαετία του 1880 ιδρύονται στην πόλη Βουλγαρική Σχολή, Γυμνάσιο Κυρίλλου και Μεθοδίου, Παρθεναγωγείο και το Collège Français-Bulgare, οπότε και αρχίζει η αντιπαλότητα όχι μόνο σε επίπεδο κοινοτήτων αλλά και κρατικής πολιτικής, όπως αυτή εκφράζεται από τους διπλωματικούς αντιπροσώπους. Στόχος της προτεινόμενης εισήγησης είναι να παρουσιάσει πλευρές αυτής της ελληνο-βουλγαρικής αντιπαράθεσης μέσα από το υλικό του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών και του Αρχείου του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων.

Education and Greek-Bulgarian confrontation in ThessalonikiIn the late 19th century
During the 19th century, education in the Greek communities of the Ottoman Empire recorded spectacular growth and created a well-organized Greek school network. Private initiative was the first in the organization and functioning of educational establishments, thanks to donations of the wealthy members of the Greek commercial bourgeoisie and the work of associations with cultural and educational purposes established in the cities of the Empire after 1860.
The "Greek Literary Society of Constantinople" and the "Society for the Propagation of Greek Letters" had an important role in the development of the Greek educational system in the Ottoman provinces displayed the request of mass education. This claim first arose from the need to fight ignorance, as well as the need to protect the Greek population from the threats they faced. After 1870, the new phase in which the Eastern Question enters, the establishment of the Bulgarian Exarchate and systematic confrontation between conflicting nationalisms of the Balkan states have a direct impact on education. The first task of competing Balkan nationalisms was to intensify efforts for cultural penetration in regions such as Macedonia. Tackling illiteracy and the spread of Greek culture aimed to cultivate Greek identity and it is a key feature of the Greek educational policy.
An example of Greek-Bulgarian conflict in education is the case of Thessaloniki, where an educational association and Greek schools were founded, supervised by the Greek General Consul and the "Society for the Propagation of Greek Letters." The 1880’s Bulgarian Schools were founded in the city, and so the rivalry begins not only between communities but also between state policies as expressed by the diplomatic representatives. The proposed paper aims to present aspects of this Greek-Bulgarian conflict through the material of the Historical Archive of the Foreign Ministry and the Archive of the Society for the Propagation of Greek Letters

23 Ανδρέας Μπουρούτης
«Η συνύπαρξη των διαφορετικών κοινοτήτων στα μαθητικά έδρανα.
Η περίπτωση της Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης»
Η Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1888 και σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικά σχολεία της Θεσσαλονίκης και σημείο αναφοράς για την παρουσία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην πόλη με διεθνή χαρακτήρα.
 Η περίοδος πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τα ελληνικά στρατεύματα είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη συνύπαρξη και το συγχρωτισμό των πολυπληθών διαφορετικών κοινοτήτων της πόλης. Στη Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης το 1896 φοιτούσαν περίπου 80 μαθητές (40% του συνολικού αριθμού των μαθητών) εβραϊκής καταγωγής. Αντίστοιχα συναντούμε στα έδρανα του σχολείου Έλληνες, Τούρκους, Αλβανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους.
Σε μια ταραγμένη περίοδο για τα Βαλκάνια με την πόλη της Θεσσαλονίκης μήλο της έριδος και τις εθνικές διεκδικήσεις των διαφορών πλευρών στο μέγιστο, το σχολείο αυτό λειτούργησε ως μια αποτύπωση της πολυπολιτισμικότητας και της κοσμοπολίτικης εξωστρέφειας μιας ουσιαστικά διεθνούς πόλης εντός της βαλκανικής χερσονήσου.
Θα γίνει μια ενδελεχής προσπάθεια μέσα από τη μελέτη των αρχείων να παρουσιαστούν τα κοινωνικά στοιχεία των μαθητών, ώστε να διαπιστωθεί η σχέση των οικογενειών με το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι της πόλης. Σε κάθε περίπτωση θα υπάρξει συγκριτική ανάλυση με τα υπόλοιπα διεθνή σχολεία της Θεσσαλονίκης (Γαλλικό/Δελασάλ και Ιταλικό) και με τα αντίστοιχα «διεθνή» σχολεία των Αθηνών ως προς την πολυφυλετικότητα και τη σχέση τους με την αστική τάξη της πόλης.

Mingling together. The coexistence of different communities in school.
The German school of Thessaloniki
The German school of Thessaloniki was established in 1888 and up till today it is one of the most well known schools and a reference point for the presence of international institutions in the city since 19th century.
The period before the annexation of the city was of great importance for the coexistence and the association of the different and numerous ethnic communities of Thessaloniki. The German School in 1896 had more than 80 students (40% of the total) of Jewish origin and at the same time we can find among the students of the school, Greeks, Turks, Italians, and Bulgarians.
In a turbulence period of the Balkan history, with the city of Thessaloniki serving as the apple of discord and the national demands of the various sides to the highest point, the German school operated as a reflection of the multicultural and cosmopolitan side of a fairly international city in the Balkan region.
Through archives research an effort will be made to present and evaluate the social and religious characteristics of the school students and the relation to the social and economic life of Thessaloniki. The role of the Eastern Railways Company (C.O.) in the flourish of the school will also be examined.
A comparative analysis will be provided with the other western international schools (Saint Vincent de Paul/ Delasalle – Italian) of the city and with those of Athens, in terms of ethnic mixing and the relation with the bourgeoisie class.


24 Κονδυλίδου Αρετή
Le bluff Macedonian
Μια περιήγηση στη Θεσσαλονίκη του 1904 με την ματιά του Al. Van Den Brule
Ο Van Den Brule επισκέφτηκε το 1904 την περιοχή της Μακεδονίας προσπαθώντας να προσεγγίσει την ιδιαιτερότητα του εθνοφυλετικού και πολιτικού της χαρακτήρα.  Τιτλοφορεί την ανταπόκρισή του «μακεδονική μπλόφα», φιλοδοξώντας να ξεκαθαρίσει το τοπίο που αφορά στην «άγνωστη» περιοχή. Επισκέφτηκε τα Σκόπια, το Μοναστήρι, τις Σέρρες, την Καβάλα και φυσικά την Θεσσαλονίκη δίνοντας την δική του εικόνα της πόλης. Στο κείμενό του τονίζει την προσπάθεια της οθωμανικής πολιτικής για αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό. Σ’ αυτήν την προσπάθεια εντάσσονται οι διεξοδικές αναφορές του στην Γεωργική Σχολή της Θεσσαλονίκης, στην ανακατάταξη της Αστυνομίας και στην Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων. 
Ιδιαίτερη μνεία θα γίνει στη Σχολή Χαμιδιέ (Τεχνών και Επαγγελμάτων) της Θεσσαλονίκης, την οποία επαινεί και θαυμάζει συγκρίνοντάς την με αυτές των Σκοπίων και του Μοναστηρίου. 

Le bluff Macedonian
A tour in Thessaloniki of 1904 through the eyes of Al. Van Den Brule
Van Den Brule visited the region of Macedonia in 1904 trying to verge on the specificity of its ethnological and political character. He entitles his correspondence “Macedonian bluff” aiming to enlighten the image of this “unknown” region. He visited Skopje, Monastir, Serres, Kavala and of course Thessaloniki, giving his own version of the image of the city. In his text he points out the effort of the ottoman politic for restructure and modernization. In this effort one can include his long references in the Farm School of Thessaloniki, in the reforming of the Police Forces, in the School of Arts and Crafts. Special mention will be made on the Hamidye School (of Arts and Crafts) of Thessaloniki, that he praises and admires comparing it to the ones in Skopje and Monastir.